Τα πρώτα ευρήματα του ελληνικού οίνου

Στη Νεότερη Νεολιθική Ι περίοδο (περίπου 5.300 πχ με 4.800 πχ), υπήρξε σημαντική αύξηση του πληθυσμού στις πεδιάδες αλλά και των οικισμών στις πεδινές περιοχές, παράλληλα δημιουργήθηκαν και οι πρώτοι οικισμοί στις Κυκλάδες. Η αρχιτεκτονική διέφερε, από κτίρια με άχυρο πηλό και πασσάλους, κτίρια με λίθινα θεμέλια ως και μεγάλων διαστάσεων κτίρια, τύπου «μεγάρου». Οι φούρνοι και οι εστίες βρίσκονταν κατά κανόνα στο εσωτερικό των σπιτιών, ενώ πολλοί οικισμοί περιβάλλονταν από τάφρους.

Η αύξηση του πληθυσμού στις πεδινές περιοχές, δείχνει εντατικοποίηση της καλλιέργειας, με καινούργια είδη σιτηρών και οσπρίων να κάνουν την εμφάνισή τους. Το μαλλί των αιγοπροβάτων χρησιμοποιήθηκε στην υφαντουργία, ενώ στη Θεσσαλία είχαμε εξειδίκευση στη παραγωγή μαύρης και στιλπνής (γυαλιστερής) κεραμικής, που προωθούσε σε άλλες περιοχές μέσου δικτύου ανταλλαγών. Ευρήματα από αιχμές βελών κατασκευασμένα από οψιδιανό της νήσου Μήλου, κεραμικά όμοια με άλλων βαλκανικών χωρών, που βρέθηκαν σε οικισμό της περιόδου στη λίμνη της Καστοριάς, μαρτυρούν ομοίως την ύπαρξη δικτύου ανταλλαγών που αναπτύσσονταν στον Ελλαδικό χώρο. Στον ίδιο οικισμό βρέθηκαν οστέινες φλογέρες καθώς και μια εγχάρακτη πινακίδα γραμμικών στοιχείων από το 5.250 πχ.

Κατά τη Νεότερη νεολιθική ΙΙ (περίπου 4.800 πχ με 4.500 πχ), κατοικούνταν ακόμη οι παλαιότεροι νεολιθικοί οικισμοί, ενώ στα κτίσματα περιλαμβάνονταν λιθόκτιστα μεγάλου μεγέθους αλλά και πασσαλόπηκτα. Βρέθηκε ύπαρξη τάφρων σε πολλούς οικισμούς της περιόδου ή ακόμη και λιθόκτιστοι περιβόλοι. Σε οικισμό της Μυκόνου των Κυκλάδων όπου η κατοίκηση του χρονολογείται από το 5.100 μέχρι 4.500 πχ, βρέθηκε κτίριο σχήματος »μεγάρου», αψιδωτά κτίρια, και δυο, ασυνήθιστα για την εποχή, στρογγυλά κτίσματα που πιθανολογούνται ως σιτοβολώνες.

Η οικονομία στηριζόταν στη γεωργία, την κτηνοτροφία, αλλά και σε παραγωγή εγχάρακτης κεραμικής, κοσμημάτων καθώς και εργαλείων από οψιδιανό της Μήλου. Τα δίκτυα ανταλλαγών και η ναυσιπλοΐα επεκτάθηκαν ακόμη περισσότερο.

Γενικά σε ολόκληρη την Νεότερη Νεολιθική περίοδο, παρατηρείται αύξηση των αποθηκευτικών χώρων αλλά και κατασκευής αποθηκευτικών πίθων. Ομοίως αύξηση παρατηρείται και σε θερμικές κατασκευές και πήλινα μαγειρικά σκεύη, όπου η παρουσία τους στον ίδιο χώρο με αυτόν των φούρνων και των εστιών, υποδηλώνει πιο σύνθετους τρόπους μαγειρέματος.

Η καλαθοπλεκτική και η υφαντική αναπτύχθηκαν , αποτελώντας επιπλέον διακοσμητικά θέματα εγχάρακτης κεραμικής, ενώ επικρατούσε πλέον η σχηματοποίηση των ειδωλίων σε ολόκληρο σχεδόν τον Ελλαδικό χώρο.

Ευρήματα άγριων γιγάρτων (κουκούτσια) από τη Μακεδονία, Κυκλάδες καθώς και άλλες περιοχές της Ελλάδος, από την αρχή της Νεότερης Νεολιθικής περιόδου, το μόνο που επιβεβαιώνουν είναι η συλλογή άγριων καρπών από τους ανθρώπου της νεολιθικής, πιθανόν ως συμπλήρωμα της διατροφής τους. Παρόλα αυτά οι πρώτες βάσιμες ενδείξεις οινοποίησης δεν θα αργήσουν πολύ.

Στην Τελική Νεολιθική περίοδο (περίπου 4.500 πχ με 3.200 πχ), η κατοίκηση ήταν εντονότερη στις παράκτιες ζώνες, κυρίως σπήλαια και νησιά, καταδεικνύοντας την εντατικοποίηση των θαλάσσιων συναλλαγών. Τα κτίρια των οικισμών ήταν ορθογώνια λιθόκτιστα και αψιδωτά, ενώ περιβάλλονταν από τάφρους ή λιθόκτιστους περιβόλους.

Σε αυτή την περίοδο μπήκαν τα θεμέλια για τη μετάβαση από τη νεολιθική εποχή, στην εποχή διάδοσης των μετάλλων, γνωστή και ως εποχή του χαλκού. Ευρήματα στις Κυκλάδες αποδεικνύουν από την Τελική Νεολιθική περίοδο, επεξεργασία μεταλλευμάτων, ενώ χρυσά, ασημένια κοσμήματα και χάλκινες περόνες, διακινούνταν σε όλο σχεδόν τον Ελλαδικό χώρο, ως σύμβολα κοινωνικού γοήτρου, κάνοντας εμφανή την αλλαγή των κοινωνικών δομών.

Στην ίδια περίοδο, σε οικία οικισμού στην πεδιάδα των Φιλίππων της Καβάλας, που χρονολογείται περίπου το 4.200 πχ, βρέθηκε η αρχαιότερη ένδειξη οινοποίησης στον Ελλαδικό χώρο. Οι χημικές αναλύσεις οργανικών καταλοίπων σε πήλινα αγγεία, έδειξαν ύπαρξη τρυγικού οξέως, που υποδηλώνει διαδικασία ζύμωσης. Επίσης βρέθηκε ένα άλλο αγγείο, που περιείχε μεγάλες ποσότητες από απανθρακωμένους σπόρους και ρώγες πατημένων σταφυλιών, καθώς και σκεύη που παραπέμπουν σε μετάγγιση και κατανάλωση υγρών. Οι ανασκαφές έχουν δείξει κατοίκηση της θέσης από το 5.500 πχ μέχρι το 1.200 πχ, σχεδόν χωρίς διακοπή. Ωστόσο, θεωρείται ότι έχουμε να κάνουμε με μια οικιακή παραγωγή.