Αγιοφάραγγο

Το Αγιοφάραγγο βρίσκεται νότια της Μονής Οδηγήτριας και δημιουργήθηκε από τις κοίτες δύο ρεμάτων. Το όνομά του οφείλεται στο ότι χρησιμοποιήθηκε από πολλούς ερημίτες που ασκήτευσαν  σε αυτό λόγω της απομόνωσης που προσφέρει από τις κατοικημένες περιοχές της Κρήτης.

Το Αγιοφάραγγο είναι πολύ γραφικό και γίνεται ακόμη γραφικότερο από το γεγονός ότι μπορείς να το περάσεις μόνο πεζοπορώντας, καθώς ο τόπος είναι απομονωμένος, άγριος και τραχύς. Όλα αυτά μαζί με το γεγονός ότι βρίσκεται πάρα πολύ μακριά από κατοικημένους τόπους έκαναν το Αγιοφάραγγο το πρώτο κέντρο ασκητικού βίου όχι μόνο της περιοχής αλλά ολόκληρης της Κρήτης, από τα πρώτα κιόλας χριστιανικά χρόνια.

Οι κοίτες των δύο ρεμάτων του Αγιοφάραγγου ξεκινούν το ένα βόρεια – βορειοανατολικά από το Γυαλομονόχωρο και το άλλο βορειοανατολικά από την Οδηγήτρια. Τα δύο ρέματα συναντούνται κοντά στην Αγία Κυριακή και αφού ακολουθήσουν μια σχετικά ομαλή διαδρομή δυτικά και νότια της εκκλησίας Αγ. Κυριακής εισέρχονται στο ποροφάραγγο. Το ποροφάραγγο είναι το σημείο  απ’ όπου αρχίζει το κυρίως φαράγγι, το Αγιοφάραγγο και καταλήγει στο Λιβυκό πέλαγος, όπου απλώνεται μια μικρή αλλά θαυμάσια παραλία.

Στη μεγαλύτερη διαδρομή του φαραγγιού υψώνονται δεξιά και αριστερά τεράστιοι κάθετοι βράχοι μέσα στους οποίους υπάρχουν πολλές σπηλιές.
Σύμφωνα με το θρύλο, τριακόσιοι ερημίτες ζούσαν εδώ σε συνθήκες απόλυτης απομόνωσης του ενός από τον άλλο. Συναντιόταν μόνο μια φορά το χρόνο στο «Γουμενόσπηλιο» κι εκεί αφού μετριόντουσαν έβλεπαν πόσοι είχαν πεθάνει τον προηγούμενο χρόνο.

Κατηφορίζοντας το φαράγγι και 250 περίπου μέτρα πριν φτάσομε στην παραλία βρίσκεται ο ναός του Αγίου Αντωνίου που υπήρξε και το κέντρο του ασκητισμού της περιοχής, αφού σ’ αυτόν πρέπει να έκαναν όλες τις τελετουργίες της χριστιανικής λατρείας. 

Η εκκλησία του Αγίου Αντωνίου πιστεύεται ότι έχει ανακαινιστεί τρεις φορές για να πάρει τη σημερινή της μορφή. Κατ’ αρχήν ήταν ένα μικρό εκκλησάκι σε μια μικρή σπηλιά μέσα στο βράχο αλλά καθώς περνούσαν τα χρόνια και μεγάλωνε ο αριθμός των ασκητών χρειαζόταν μεγαλύτερη εκκλησιά γι’ αυτό και την επέκτειναν. Η τελευταία της ανακαίνιση  κατά τον 14ο ή 15ο αιώνα κι έτσι διατηρείται μέχρι σήμερα.

Είναι αρίστης αρχιτεκτονικής και είχε τοιχογραφηθεί αλλά λόγω της γειτνίασης της με τη θάλασσα, η υγρασία συνέβαλε στην καταστροφή των τοιχογραφιών.Έξω από την εκκλησία υπάρχει ένα πηγάδι από το οποίο προμηθεύονταν το νερό τους οι ασκητές καθ’ ότι δεν υπάρχει εκεί κοντά καμιά πηγή, ενώ νότια από την εκκλησία πάνω σ’ ένα μικρό ύψωμα βρέθηκε συλημένος κυκλικός θολωτός μινωικός τάφος που  μαρτυρά την ανθρώπινη παρουσία από την Μινωική εποχή.

Κατηφορίζοντας από την Εκκλησία για την θάλασσα στην αριστερή πλευρά και σε μικρή απόσταση από την εκκλησία υπάρχει ο Γουμενόσπηλιος.